βόμβος

βόμβος
ο
1) гул; гудение; жужжание; 2) звон в ушах

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "βόμβος" в других словарях:

  • βόμβος — booming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβος — Γένος υμενοπτέρων εντόμων της οικογένειας των βομβιδών και της υποτάξης των κλειστογάστρων. Ονομάζονται επίσης ψιθυριστές και μπάμπουρες. Ζουν στην Ευρώπη, την Ασία και σε όλη την Αμερική, σε ετήσιες κοινωνίες, αποτελούμενες από μία βασίλισσα,… …   Dictionary of Greek

  • βόμβος — ο 1. ήχος συνεχής και σταθερός, βουή, βουητό: Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ από το βόμβο των εντόμων. 2. το βούισμα των αυτιών: Είχε ένα συνεχή βόμβο στ’ αυτιά του μετά την έκρηξη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βόμβοι — βόμβος booming masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβοις — βόμβος booming masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβον — βόμβος booming masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβου — βόμβος booming masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβους — βόμβος booming masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβων — βόμβος booming masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόμβῳ — βόμβος booming masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BOMBARDA — a sono et fremitu, Graecis Βόμβος, Latinis Bombus dicta. Machina an ad stabilienda Imperia an ad delendum genus humanum? enata. Auctorem habuit Chymistam quendam, no mine Bartholdum Schwartz Monachum. Vide Ancklizen Bertholdus. Primus eius usus… …   Hofmann J. Lexicon universale


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»